• POR: STELLA PANAGOPOULOU/ GRECIA/ EDICIÓN BILINGÜE ESPAÑOL – GRIEGO/ JESÚS PEÑALVER/ VENEZUELA/ LA CASA QUE SOY

    1.-

    Encuéntrate a ti misma.

    Mientras tanto yo

    escribiré en esa hoja con estrellas de mar

    y luminosos peces que nos brinda el cielo.

    Mis brazos serán tus remos, faro y luz también seré para tu balsa.

    Hasta el infinito ignoto

    volará tu cometa con mi pensamiento.

    Siempre habrá un destino predecible, y lo desconocido podrá suceder si lo caminas conmigo.

    La pesebrera colmada de pienso para el invierno.

    Es diciembre, también habrá alimento para nosotros.     

    *

    Βρες τον εαυτό σου.

    Στο μεταξύ εγώ

    θα γράφω σε τούτη τη σελίδα με άστρα της θάλασσας και φωτεινά ψάρια που μας χαρίζει ο ουρανός.

    Τα μπράτσα μου θα γίνουν τα κουπιά σου,φάρος και φως επίσης 

    θα γίνω της σχεδία σου.

    Μέχρι το άγνωστο άπειρο 

    θα πετάξει ο κομήτης σου με τη σκέψη μου.

    Πάντα θα υπάρχει ένας προορισμός προβλέψιμος

    και το άγνωστο 

    θα μπορεί να συμβεί αν το περπατήσεις μαζί μου.

    Η ταίστρα γεμάτη από ζωοτροφή για τον χειμώνα.

    Είναι Δεκέμβρης,θα υπάρξει επίσης τροφή για εμάς.

    2.-

     Seré la puerta de tu casa

    ¿Sales o entras?

    Al mientras de la vida salgo solo para

    saberte más mía en el regreso.

    Entro de retorno como dije, y busco en tu boca la pulpa noble del durazno.

    Y así de entradas y salidas voy viviendo,

    dejando los caminos claros para el regreso

    permanente y único.

     

    Habré de ser lo que jamás he sido.

    *

    Θα γίνω η  πόρτα του σπιτιού σου

    βγαίνεις ή μπαίνεις;

    Ενώ στο μεταξύ της ζωής  βγαίνω μόνος

    για να σε γνωρίσω καλύτερα δικιά μου στην επιστροφή.

    Ξεκινώ  την επιστροφή όπως είπα και ψάχνω

    στο στόμα σου τον ευγενή πολτό της γλύκας σου.

    Και έτσι με εισόδους και εξόδους συνεχίζω να ζω

    αφήνοντας τα φωτεινά μονοπάτια για την επιστροφή την μόνιμη και μοναδική.

    Θα πρέπει να γίνω αυτό που ποτέ δεν υπήρξα.

    3.-

     La soledad se duerme a media noche…

    Seamos lo que un canto silencioso en la noche fresca, íntima.

    Hablemos de las horas que han pasado,

    sacudidas de grito y del fuego

    que alguna vez calmó las ganas.

    No rescatemos inútilmente al olvido,

    ni seamos la ilusión del recuerdo.

    Un pensamiento limpio de pañuelo,

    la noche oronda ofreciéndose de alcoba.

    No olvides que me gusta el conticinio en su momento,

    no a deshoras…

    Voy a dormir un poco. Si lo logro

    continuaré estos versos.

     

    La soledad se duerme a media noche.

    *

    Η μοναξιά κοιμάται τα μεσάνυχτα…

    Ας γίνουμε αυτό το σιωπηλό τραγούδι 

    στην δροσερή νύχτα, την οικεία.

    Ας μιλήσουμε για τις ώρες που πέρασαν,

    δονούμενες από κραυγή και φλόγα 

    που κάποιες φορές ηρεμεί τις διαθέσεις.

    Ας μην ανασύρουμε ανώφελα την λήθη,

    μήτε να γίνουμε η ψευδαίσθηση της μνήμης.

    Μια σκέψη ξεκάθαρη ,

    αυτάρεσκη η νύχτα να προσφέρεται για κάμαρα.

    Μην ξεχνάς πως μου αρέσει 

    η σιωπή της νύχτας στην στιγμή της,

    όχι άκαιρα…

    Θα κοιμηθώ λίγο.Αν τα καταφέρω 

    θα συνεχίσω αυτούς τους στίχους.

    Η μοναξιά κοιμάται τα μεσάνυχτα.

    4.-

    ¿Por qué no lo romántico? 

    Si compré curitas para las mínimas heridas y dispuse de besos para cerrar us labios.

    Si haces más augusta y placentera esta sinfonía vespertina y en tu regazo

    duerme mi vuelo después de surcar tus cielos.

    Si en tus mejillas, temblorosos los labios, ansioso colibrí buscando alcanzar la mariposa para amarse.

    Si no hace falta mirar rostros del pasado ni desempolvar viejos recuerdos del baúl pesado de memoria.

    No estés sola ni húmeda de tristezas, ni te duermas en la luz del día lejano, no ha muerto ninguna compañía.

    ¿Por qué no por lo romántico?

    Si después de cenar gloriosamente, iremos a contar los lunares de la noche y medir a qué distancia está el recuerdo.

    Si luego seremos lo que es un canto y sabremos si en verdad nos merecemos tantas noches como aquella no vivida.

    ¿Por qué no por lo romántico?

    Si nunca más irás allá donde se esconden la soledad y el miedo, y yo he comprado curitas para las mínimas heridas y dispongo de besos para cerrar tus labios.

    *

    Γιατί όχι ρομαντικός;

    Αν άγοραζα τσιρότα για τις ασήμαντες πληγές 

    και χρησιμοποιούσα φιλιά να σφραγίσω τα χείλη σου.

    Αν έκανες πιο σεβαστή και ευχάριστη τούτη την βραδινή συμφωνία και στην αγκαλιά σου το πέταγμα μου να κουρνιάσει αφού θάχει διασχίσει τους ουρανούς  σου.

    Αν στα μάγουλά σου, τρεμάμενα  τα χείλη,

    αγχωμένο κολιμπρί να αναζητά να αγγίξει την πεταλούδα για να αγαπηθούν.

    Αν δεν χρειαστείς να βλέπεις πρόσωπα του παρελθόντος 

    μήτε να ξεσκονίσεις παλιές μνήμες από το μπαούλο φορτωμένο με θύμησες.

    Μην είσαι μόνη ,μήτε υγραμένη από λύπες,μήτε  να κοιμάσαι στο φως της μακρινής μέρας ,δεν έχει πεθάνει καμιά συντροφιά.

    Γιατί όχι ρομαντικός;

    Αν μετά από θεσπέσιο γεύμα πάμε να συναντήσουμε τα σεληνιακά τοπία της νύχτας 

    και να μετρήσουμε σε ποια απόσταση υπάρχει η μνήμη.

    Αν ύστερα γίνουμε αυτό που είναι ένα τραγούδι και μάθουμε αν αληθινά αξίζουμε τόσες νύχτες σαν αυτή που δεν ζήσαμε.

    Γιατί όχι ρομαντικός;

    Αν ποτέ πια δεν πας  μακριά  εκεί όπου κρύβονται η μοναξιά και ο φόβος,

    κι  εγώ αγόρασα τσιρότα για τις ασήμαντες πληγές και χρησιμοποίησα φιλιά να σφραγίσω τα χείλη σου.

    5.-

    Cuando te ame, ni te imaginas.

    Acaso el tren se salga de su río echando nubes para entrar al mar.

    Cuando te ame, apenas esparza la luciérnaga  la poca luz del final del túnel, o se atreva el arcoíris a brindar todos los matices que se guarda.

    Cuando te ame, ni te imaginas. Quizá los apagados semáforos enciendan sus más lucidos colores.

    De repente el horizonte acerque su lejana pena hasta nosotros.

    Cuando te ame. Tal vez nos hable el mudo mundo que habita la ciudad que nunca visitamos.

    No te extrañe ver crecer estrellas en los yermos para luego elevarse en extasiado vuelo.

    Cuando te ame, nos haremos, nos hará o sencilla y puramente seguiremos siendo

    lo que somos a pesar del tiempo.

    Cuando te ame, a lo mejor el sol disuelva toda su calidez, la luna se entregue al desencuentro final y una tempestad nos arrope sin dejarnos morir. 

    Cuando te ame, ni te imaginas.

    Si quieres cierra la puerta, las rendijas hacen guiños y  los refugios se brindan sonrientes.

    Seremos uno sin dejar de ser uno mismo.

    *

    Όταν  σ’αγαπώ,ούτε το φαντάζεσαι.

    Ίσως το τρένο βγει από την πορεία του

    αφήνοντας νέφη μπαίνοντας στη θάλασσα.

    Οταν σ’αγαπώ,μόλις η πυγολαμπίδα σκορπάει 

    το λίγο φως στο τέλος του τούνελ ή τολμάει 

    το ουράνιο τόξο να προσφέρει όλες τις αποχρώσεις που διαφυλάσσει.

    Οταν σ’ αγαπώ,ούτε το φαντάζεσαι.Ισως τα σβησμένα φανάρια  να ανάψουν τα πιο διαυγή τους χρώματα 

    και ξαφνικά ο ορίζοντας να πλησιάσει την μακρινή του λύπη κοντά μου.

    Οταν σ’αγαπώ.Ισως μας μιλήσει ο βουβός κόσμος που κατοικεί την πόλη που δεν έχουμε επισκεφτεί.

    Μην σε ξαφνιάζει να βλέπεις τα άστρα να μεγαλώνουν στην έρημο για να υψωθούν 

    με εκστατικό πέταγμα.

    Οταν σ’αγαπώ,θα γίνουμε,θα μας κάνει,

    ή απλά και καθαρά θα συνεχίσουμε να είμαστε 

    αυτό που είμαστε σε πείσμα των καιρών.

    Οταν σ’αγαπώ,ίσως ο ήλιος διαλύσει όλη του τη ζεστασιά και το φεγγάρι παραδοθεί στη τελική άτυχη συνάντηση και η καταιγίδα μας σκεπάσει χωρίς να μας αφήσει να πεθάνουμε.

    Οταν σ’ αγαπώ,ούτε το φαντάζεσαι.

    Αν θέλεις κλείσε την πόρτα,οι σχισμές μας κλείνουν το μάτι και τα καταφύγια προσφέρονται χαμογελαστά.

    Θα γίνουμε ένα,χωρίς να πάψουμε να είμαστε ο εαυτός μας.

    ***

    ***

    Jesús Rafael Peñalver  

    Nació en Barcelona, Venezuela.

    Articulista de opinión. Ha publicado Seré la puerta de tu casa y Un trozo del espejo. En preparación un nuevo poemario, un libro de haikus y otro de palíndromos.

    *

    Ιησούς Ραφαέλ Πενιαλβέρ

    Γεννημένος στην Βαρκελώνη της Βενεζουέλας

    αρθρογραφεί και έχει δημοσιεύσει τις ποιητικές συλλογές «Θα γίνω η πόρτα του σπιτιού σου»και «Ενα κομμάτι του καθρέφτη «.Ετοιμάζει μια καινούργια συλλογή και ένα βιβλίο με χαικούς και ένα ακόμη με παλίνδρομα.

  • POR: DON CELLINI/ ESTADOS UNIDOS/ EDICIÓN BILINGÜE ESPAÑOL – INGLÉS/ AMANDA REVERÓN/ VENEZUELA/ LA CASA QUE SOY

    En clave de haiku/

    1.-

    Huele a salitre

    la noche postrada

    bajo la luna

    *

    Scent of saltpeter

    the night lying on her back

    beneath the moon

     

    2.-

    Dulce garúa 

    en alta mar

    ahoga mis penas

    *

    A gentle mist 

    on the open sea

    drowns my sorrows

     

    3.-

    ¿Cuánta nostalgia 

    cabe en los ojos

    de la caracola?

    *

    How much nostalgia 

    can fit into the eyes

    of a seashell?

     

    4.-

    Paisaje adentro 

    sobre las olas

    va la gaviota 

    *

    A landscape within 

    above the waves

    the seagull flies

    5.-

    Pasto seco

    paisaje agreste

    bajo mis pasos 

    *

    Dry grass

    rugged landscape

    under my footsteps

     

    6.-

    Sobre el tejado

    la luna llora

    su mal de amores

     
    *
    On the roof
    the moon weeps
    over her broken heart
     
    ***
  • ENRIQUE VILLAGRASA/ ESPAÑA/ LA CASA QUE SOY

    1.-

    TESTAMENTO 

    Un poema desnudo

    es mi paisaje: 

                            Burbáguena. 

    Polvo enamorado 

    serán mis cenizas. 

    Abono para la carrasca: 

    en la viña,


    de mi padre.


    Sin miedo a los inviernos. 

    2.-

    GARNACHA 

    El lenguaje es tu vida,


    el signo de la pizarra,


    la viña de tu padre,


    silencio del camino: 

    Burbáguena en la distancia.

     

    Tú, errante, 

    regresa ya. 

    Tu camino es 

                            el pueblo. 

    3.-

    EL MUNDO 

    El mundo es un dédalo de cenizas, 

    una geometría de escombros. 

    Las esquinas de sus versos

    están salpicadas


    de metáforas certeras.

    En la soledad del poema


    se escucha con temor y temblor 

    el crepitar de la zarza y su palabra.

     

    El mundo tiene hoy


                                    necesidad de silencio.

    4.-

    LA LUNA 

    La luz de la luna no cambia, 

    en Burbáguena. 

    Si te parece distinta cada noche 

    es que es agosto y nos acompaña 

    camino de la fuente. 

    De tu verso me queda esa mirada. 

    5.-

    EN CALAMOCHA 

    El cierzo rasga


    los tres versos del haiku 

    nunca dictado. 

    TU CIERZO Y EL MÍO 

    El cierzo condiciona, no destruye, 

    limpia y deshace, borra el pasado, 

    hace que mi pueblo esté abierto


    a todas las posibilidades. 

    Arranca a las personas de sus ruinas 

    y nos lleva al límite infinito. 

    Así es el cierzo en mi pueblo: 

    hace brotar la sonrisa gélida


    al salir de casa. ¡Dios, cómo sopla 

    barrio Moral arriba!


    Es algo que nos habla,


    como la poesía,


    palabra escuchada. 

    ¡Qué fresco es el cierzo


    en Burbáguena!


    Y cuántos poemas nos trae 

    este cierzo tuyo y mío.


    La verdad anida en el verso. 

    ***

    ***

    Enrique Villagrasa (Burbáguena, Teruel, 1957). Lector de poesía. Colabora regularmente como crítico en Librújula, y librujula.com; en Turia y su revista digital; y en Alhucema. Su última publicación es En la esquina del verso (Prensas Universidad Zaragoza, 2026) y Fosfenos (Huerga y Fierro, 2024). Figura en Mar sin fronteras. Antologia liquida di poesía spagnola contemporanea (Stilo Editrice, 2020). Es director de la colección de poesía Rayo azul (Huerga y Fierro), desde su creación en 2019, con Óscar Ayala. Y sus poemas se han publicado en la revista Ágora, papeles de arte gramático y en la revista rumana Littera Nova (núm. 13, enero, marzo 2026). También ha publicado poemas en portugués en la revista PoesiaPlural, Ediçôes Gandaia y una plaquette en la misma editorial (2025).

  • POR: MARIAN RAMÉNTOL/ ESPAÑA/ EDICIÓN BILINGÜE ESPAÑOL – CATALÁN/ GLADYS RAMOS/ Venezuela/ LA CASA QUE SOY

    1.-

    NO ME GUSTA LA PALABRA CLAUDICAR

    No me gusta la palabra claudicar

    porque me suena a rosa desgajada

    a mujer con matriz en el destierro

    a un rayo que cae sin sonido

    Me suena  a un gato

    que se mira en el espejo creyendo

    convertirse en tigre y se da cuenta

    que solo persigue a los ratones

    suena a escalera sin pared

    que la sostenga

    a un ángel que llora sembrado

    con un aura de espinas

    a un Dios que no mira hacia los lados

    No me gusta la palabra claudicar

    porque me suena a la nada

    del debate

    sobre la presencia de una idea 

    en lo absoluto.

    *

    NO M’AGRADA LA PARAULA CLAUDICAR

    No m’agrada la paraula claudicar

    perquè em sona a rosa esqueixada

    a dona amb matriu a l’exili

    a un llamp que cau sense so

    Em sona a un gat

    que es mira al mirall creient

    convertir-se en tigre i se n’adona

    que només persegueix els ratolins

    sona a escala sense paret

    que la sostingui

    un àngel que plora sembrat

    amb una aura d’espines

    a un Déu que no mira cap als costats

    No m’agrada la paraula claudicar

    perquè em sona al no-res

    del debat

    sobre la presència d’una idea

    en el tot.

    2.-

    SIGUEME

    Sígueme

    por esta selva donde crece

    mi grito

    entre las hojas de árboles 

    torres de ajedrez terrestre

    No te detengas.

    haz que tu huella se alargue 

    persiguiendo las mías. 

    Escucha el susurro del follaje

    que trata de delatar

    mi presencia desprendida 

    de un paraíso falso

    Mientras espero, miro al cielo 

    y me convierto  en arcoíris 

    que te sirva de faro 

    para que encuentres mi paso

    La raíz de mi árbol está seca.

    Trae un cántaro que transgreda

    las normas del vacío 

    Acósame en el anochecer 

    de esta isla

    lejano y solitario  naufragio 

    entre la nada

    Mójame en tus aguas 

    mientras tiembla mi cuerpo

    No quiero que la faca misteriosa

    del destino mutile las crinejas 

    de lo andado

    y me convierta para ti

    en historia no contada

    fábula

    leyenda

    Y que tal vez en tu  búsqueda

    y mi encuentro

    ocurra el  transcurrir de un siglo

    y otro más.

    *

    SEGUEIX-ME

    Segueix-me

    per aquesta selva on creix

    el meu crit

    entre fulles d’arbres 

    torres d’escacs terrestre

    No t’aturis.

    fes que la teva empremta s’allargui 

    perseguint les meves. 

    Escolta el xiuxiueig del fullatge

    que tracta de delatar

    la meva presència despresa 

    d’un paradís fals

    Mentre espero, miro el cel 

    i em converteixo  en arc de Sant Martí 

    que et serveixi de far 

    perquè trobis el meu pas

    L’arrel del meu arbre és seca.

    Porta un càntir que transgredeixi

    les normes del buit 

    Assetja’m al capvespre 

    d’aquesta illa

    llunyà i solitari  naufragi 

    entre el no-res

    Mulla’m a les teves aigües 

    mentre tremola el meu cos

    No vull que la faca misteriosa

    del destí mutili les trenes 

    del camí fet

    i em converteixi per a tu

    en història no explicada

    contalla

    llegenda

    I que potser a la teva recerca

    i la meva trobada

    esdevingui el  transcórrer d’un segle

    i un altre més.

    3.-

    ESTA MANERA DE LLOVER

    Esta manera de llover

    latigazo 

    repetido al azar

    Metáfora gris

    se agazapa

    golpea mi piel 

    descubierta

    Espero el bautizo

    de la gracia perdida

    en los años del ya

    no sé cuando

    Extiendo mi mano

    para detener

    la furia del agua 

    Gira. Aúlla

    traspasa el olvido

    de la ventana

    con los vidrios rotos

    Esta manera de llover

    me hace sentir 

    que me diluyo

    sin dejar rastro

    entre las gotas

    *

    AQUESTA MANERA DE PLOURE

    Aquesta manera de ploure

    fuetada 

    repetida a l’atzar

    Metàfora gris

    s’amaga

    colpeja la meva pell 

    descoberta

    Espero el bateig

    de la gràcia perduda

    als anys del ja

    no sé quan

    Estenc la meva mà

    per aturar

    la fúria de l’aigua 

    Gira. Udola

    traspassa l’oblit

    de la finestra

    amb els vidres trencats

    Aquesta manera de ploure

    em fa sentir 

    que em dilueixo

    sense deixar rastre

    entre les gotes

    ***

    ***

    Gladys Ramos: Escritora venezolana (Maracay, Aragua, 1950). Estudió Derecho en la Universidad Central de Venezuela (UCV).  Figura en el libro digital Pasajeras: antología del cautiverio y en Hacedoras, en la editorial Lector Cómplice.  Es miembro del Círculo de Escritores de Venezuela.

    *

    Gladys Ramos: Escriptora veneçolana (Maracay, Aragua, 1950). Va estudiar Dret a la Universitat Central de Veneçuela (UCV).  Figura al llibre digital  Pasajeras: antología del cautiverio  i a «Hacedoras», a l’editorial Lector Cómplice.  És membre del Cercle d’Escriptors de Veneçuela.

  • POR: MARIAN RAMÉNTOL/ ESPAÑA/ EDICIÓN BILINGÜE ESPAÑOL – CATALÁN/ BELKYS ARREDONDO/ VENEZUELA/ LA CASA QUE SOY

    1.-

    A la hora de los pájaros

    para su encanto

    avivaré el cauce y las paredes serán de arena.

    Abriré una puerta antes del susurro.

    Discurrirá la pluma. Le contaré la historia de los caracoles y no existirá lo definitivo.

    Simplemente tomaré de sus ojos lo redondo,

    sabré que son ellos los de otros tantos

    que en espirales de tiempo, atrás y adelante

    serán verdad

    *

    A l’hora dels ocells

    per al seu encant

    avivaré la llera i les parets seran de sorra.

    Obriré una porta abans del xiuxiueig.

    Discorrerà la ploma. Li explicaré la història dels cargols i no existirà allò definitiu.

    Simplement prendré dels seus ulls allò rodó,

    sabré que són ells els de tants altres

    que en espirals de temps, enrere i endavant

    seran veritat

    2.-

    Cuando la niebla caiga

    y sólo quede el diámetro de la tierra,

    estaré al comienzo del camino.

    Pido a los grillos no me olviden,

    grillos de la sola lágrima,

    tibias palideces de los amores aprehendidos a medias, vigencias en mi porción de estar, chaquetas con las que inventé abrigarme para sobrevivir.

    *

    Quan la boira caigui

    i només quedi el diàmetre de la terra,

    seré al començament del camí.

    Demano als grills que no m’oblidin,

    grills de la sola llàgrima,

    tèbies clarejades dels amors presos a mitges,

    vigències a la meva porció d’estar,

    jaquetes amb què vaig inventar abrigar-me per sobreviure.

    3.-

    Se la adentra en la mañana 

    y la imagen que habla de ella

    es una capa verde para la lluvia.

    El faro que cambia las luces,

    uno de los movimientos repetitivos de la ciudad.

    Se abren los ascensores. Se cierran los ascensores.

    No puede escapar.

    Es una capa verde para la lluvia.

    El manojo de llaves para el insomnio.

    La luz circunferencial avisando el desastre.

    Aunque se aprenda sus ojos y beba su rostro

    y la acurruque en su sueño, en el encuentro absoluto la imagen es una capa verde golpeada por la lluvia.

    *

    Se l’endinsa al matí 

    i la imatge que en parla

    és una capa verda per a la pluja.

    El far que canvia els llums,

    un dels moviments repetitius de la ciutat.

    S’obren els ascensors. Es tanquen els ascensors.

    No pot escapar.

    És una capa verda per a la pluja.

    El manat de claus per a l’insomni.

    La llum circumferencial avisant el desastre.

    Encara que se n’aprengui els ulls i en begui el rostre

    i l’arrauleixi en el seu somni, a la trobada absoluta la imatge és una capa verda colpejada per la pluja.

    4.-

    Páginas blancas 

    Páginas de líneas horizontales. Transparentes líneas

    que entregan el camino de los descubrimientos.

    Bibliotecas de cuadernos refulgen. Ondean promesas

    de agigantar las hojas de los días. Universo que ninguna pantalla circular congelará.

    Sólo esta esencia que nos enamora y apasiona.

    *

    Pàgines blanques 

    Pàgines de línies horitzontals. Transparents línies

    que lliuren el camí dels descobriments.

    Biblioteques de quaderns refulgeixen. Onegen promeses d’agegantar les fulles dels dies. Univers que cap pantalla circular congelarà.

    Només aquesta essència que ens enamora i apassiona.

    5.-

    Trasvaso imágenes 

    Una mujer vestida de sirena otea el horizonte. La cámara

    busca el ángulo que la atrapará. 

    Quieren guardar la memoria,

    fijar el tiempo en blanco y negro. 

    No olvidar la arena ni

    el rugido del mar.

    Guardar el eco de los pájaros antes de las cenizas.

    *

    Transvaso imatges 

    Una dona vestida de sirena aguaita l’horitzó. La càmera

    cerca l’angle que l’atraparà. 

    Volen desar la memòria,

    fixar el temps en blanc i negre. 

    No oblidar la sorra ni

    el rugit del mar.

    Guardar el ressò dels ocells abans de les cendres.

     
    ***
  • MEMOREANDO/ POR: NORA STREJILEVICH/ ARGENTINA/ LA CASA QUE SOY

     

     

    Epílogo de Nora Strejilevich

    En un país gobernado por seres ficticios que hablan una lengua ficticia mientras la realidad se desangra, Memoreando es la escalera al cielo que, sin más herramienta que la palabra poética, nombra nuestra historia.

    Hacer memoria es, también, darle nuevos giros a la lengua para que siga contando eso que no se puede contar: lo que duele y no dejará de doler, lo que está presente como huella en muchos, lo que muchos ignoran o descalifican. 

    La poesía debe conmover y por eso estas páginas nos regalan pinceladas del sin fin de emociones y conmociones que dejó el terrorismo de Estado. Un coro de voces —padres y madres, hijos e hijas, detenidxs-desaparecidxs y sobrevivientes— surge de la mano de poetas que crean con ellas su melodía. Porque la poesía, como dice Laura Estrin, es una atmósfera, un clima, un tiempo. 

    Y así, a partir del dolor, verso a verso se desnombra la pena , se contraolvida y se inscribe cada nombre, el que grito cada jueves en la Plaza. 

    Los poemas dialogan entre sí: 

    Dicen que el horror no tiene cifra exacta. 

    Soy 30.000 memorias. 

    Se olvida la memoria ¡son 30.400! 

    Mientras tanto, los que todo lo niegan le quitan dígitos: «es fanatismo hablar de treinta mil víctimas/ en la Dictadura Argentina» dicen ellos/ «las pruebas son contundentes /hablan de ocho mil o nueve mil a los sumo diez mil» … /… no entienden que lo implacable no se demuestra. 

    Las Madres, locas de atar/por no morirse antes del jueves, dan en la clave. Nada tan intenso como la memoria. / (Ni el mar… ni las proclamas). / … la memoria es /una niña peinadita corriendo tras su ADN /o una señora que ronda la ronda. 

    Nuestras cabezas piensan/ Por donde nuestros pies caminan.

    Y escuchamos una voz que nos alerta: El pasado está presente en tu futuro. Los genocidas persisten: Siempre estuvieron allí. Usurpando hasta el umbral de la pesadilla…. Nada más cierto. Si prestamos atención, los setenta no quedan tan lejos: yo que una vez tuve un país un continente/ qué digo el mundo entero/ para que ahora ande de favor/ pidiéndole a la muerte un beneficio. ¿No sentimos sus ecos aquí y ahora? 

    Pero Somos los jueces de los jueces/ Todos sus verbos al caldero.

    Nos llega en sordina, como un murmullo, la pasión de aquella juventud que luchó por el mañana, por nosotres, los del siglo XXI: Soy el último en caer y el recuerdo del futuro me atormenta. Le atormenta porque ¿qué sociedad puede nacer de un exterminio? ¿No será la nuestra, la que arremete muy campante, pisoteando, la parida por los centros clandestinos y los “vuelos de la muerte”? ¿Una sociedad que, en gran medida, consciente y olvida? y mi patria –la mía— es sólo esta manada de elefantes que ha extraviado su rumbo. 

    Pero el futuro también somos los miles y miles que a 50 años del golpe seguimos sosteniendo sus fotos y sus nombres en pancartas, en banderas, en bordados, en pañuelos. La historia…/ lava con agua helada sus lagañas/ camina acompañando una larga bandera repleta de ausentes.

    Ellos parieron a sus madres/ y éstas llevan sus fotos mostrando al mundo/ que no hay naufragios. Marchamos con ellxs para mutar horror en amor y ausencia en presencia. Es la desaparición la excusa perfecta/ para desnudar de nombres/ los cuerpos que no están. Y, sin embargo, hasta las grietas los gritan. 

    Sus nombres salen por doquier y se anuncian invencibles. 

    Me sumo al coro con mi poema NN, parido “al volver” del ex centro clandestino Club Atlético:

    Cuando me robaron el nombre

    fui una   fui cien   fui miles 

    y no fui nadie 

    NN era mi rostro despojado 

    de gesto   de mirada   de vocal 

    caminó mi desnudez numerada 

    en fila   sin ojos   sin yo 

    con ellos   sola 

    desangrado mi alfabeto por cadenas guturales 

    por gemidos ciudadanos de un país   sin iniciales 

    párpado y tabique   mi horizonte 

    todo silencio y eco 

    todo reja   todo noche 

    todo pared sin espejo 

    donde copiar una arruga   una mueca   un quizás 

    todo punto y aparte.

    …

    Mi nombre enredadera se enredó 

    entre sílabas de muerte 

    DE SA PA RE CI DO

    ido 

    nombre nunca más 

    mi nombre. 

    Enajenada de sujeto no supe conjugarme 

    no supe recorrer el abecedario de mis lágrimas. 

    Fui ojos revolviendo ayeres 

    fui manos atrapando jirones 

    fui pies resbalando por renglones eléctricos.

    No supe pronunciarme. 

    Fui piel entre discursos sin saliva 

    sin vestigios 

    de dónde   ni porqué 

    ni cuándo   ni hasta cuándo. 

    No podrás jamás decirlo 

    jamás decirte, pensé. 

    Pero escribirás, 

    escribiré    sí

    miles de ges   de eres   de eses 

    garabatos vicarios 

    hijos de mi boca 

    remolinos de deseos 

    que fueron nombres. 

    Escribiré 

    látigos negros para domar 

    ciertas salvajes mayúsculas 

    ahogándome la sangre. 

    Resistiré     resistirás 

    con nombre y apellido 

    el descarado lenguaje 

    del olvido.

    Memoreamos con todas las voces todas para recobrar la palabra emancipación, más temprano que tarde. ¿Creen que pudieron? / los funestos no saben que tu oficio de aurora /es una lámpara prístina /inextinguible /que arde que canta que vive todavía. 

    ***

    Acá algunos poemas que conforman esta antología:

    *

    30.000

    Soy 30.000 memorias.

    El cielo cae sobre la bruma y alguien arroja sus alas antes del agua.

    Debo pensar en hermanos de fuertes nimbos donde los buitres ponen sus huevos de aire.

    Hay cadenas en el tiempo que anudan espacios donde el cuerpo se disuelve.

    Floto en caída vertical y no levanto la mirada por el rumor del viento.

    Soy el último en caer y el recuerdo futuro me atormenta.

    No miro ya los rumbos, soy madero de acuático naufragio.

    Volveré cuando los días logren su luz

    y las noches sus encantos.

    Osvaldo Ortemberg

    *

    24 de marzo

    Mi abuela me enseñó

    a jugar a la escoba del quince,

    a amasar tallarines con la pastalinda,

    que el frío se combate con una bolsa

    de agua caliente en los pies

    y que a un nieto se lo recibe

    siempre con una sonrisa.

    El horror más grande debe ser

    una abuela esperando un nieto

    que nunca más vuelve.

    Matías de Rioja

    *

    A Gonzalo Vaca Narvaja por el asesinato de su padre

    La cabeza está gritando todavía

    no es la cabeza de un verso de Almafuerte

    no escupe ni Shaquespeare le seduce los tientos la lengua afuera porque le hace burlas al asesino que lo está matando arruina para siempre el alma del verdugo lo ha condenado a ser el cuervo que se come las tripas. 

    Hydra sanguinolenta asomando en su pecho la cabeza está ahí

    yo me llevo sus ojos

    no han de saquear su rostro

    la chispa en la que arde eternamente

    tengo la suerte echada

    me susurró al oído

    y me besó la frente como si la ternura fuera un agua secreta yo me fui despacito casi tanteando el aire

    Hugo Rivella

    *

    Cobertura de repatriación funeraria

    Tampoco voy a andar por ahí

    dejando mis huesos

    ya ni Manhattan me recibe

    pagué con billetes de los grandes

    este retorno a la Patria

    en caso de que la muerte

    pise más fuerte mi sombra

    Patria o Suerte

    dirá la bandera con la que traerán mis restos empaquetados para desorientar a los alguaciles que están acostumbrados

    a ver subordinación y valor

    muerte alcahueta dándole mi posición

    a dios o al diablo para que pugnen

    por mis restos como si algo

    fuera a sobrar después de lágrimas

    yo que una vez tuve

    un país un continente

    qué digo el mundo entero

    para que ahora ande de favor

    pidiéndole a la muerte un beneficio

    que perfume mis exequias

    la ropa del último sudor

    me favorezca con la fotografía

    no abuse de su repugnancia

    escribiendo mi obituario

    encuentre un buen lugar

    donde ponerme y olvide

    aunque corro con una a favor:

    la muerte no reconocerá mi cadáver:

    no llevo tatuajes.

    Daniel Quintero

    *

    El beso de Judas

    Asombrado el diablo de tanto infierno

    habló sin mover la lengua

    metió la cola en medio de la iglesia

    y en una campanada marcó sus mejillas.

    La trampa de un alma esperanzada es bajar los ojos.

    Volvimos a caminar esos pasos

    hasta que el filo del pasillo de la nave

    cortara los pies

    y en ese dolor reconocer la cara del ángel

    un horror en frasco de miel

    que descubrió que los pájaros

    no cantan en la oscuridad.

    En esa tarde rota

    el beso de Judas asustó al diablo

    pero no asustó a la iglesia.

    Andrea López

  • LA VOZ HUMILDE EN EL BRILLO DEL AGUA/ KEPA MURUA/ ESPAÑA/ RESEÑA/ ENRIQUE VILLAGRASA/ ESPAÑA/ SINOPSIS/ CATALINA GARCÉS/ COLOMBIA/ LA CASA QUE SOY

    Kepa Murua (Zarautz, 1962) es un escritor con una extensa producción literaria y una dilatada experiencia editorial. Su obra, muy versátil y personal, va desde la novela hasta los poemarios, ensayos o libros de arte. Entre sus novelas podemos mencionar De temblores (2017), La carretera de la costa (2020), Elegancia (2021) y Señor Baxter, unas líneas (2024). Algunos de sus libros de poesía son Canciones para Pau Donés (2022), ¿Dónde? (2023), Orfandad (2024) y Ella lee (2025). Hasta la fecha se han editado tres volúmenes de sus memorias, con los títulos Memorias de un poeta metido a editor: Los pasos inciertos, 1996-2004, Los sentimientos encontrados, 2005-2007 y La decisión ininterrumpida, 2008-2009. Libro de las estaciones es su último ensayo publicado (2025). Ahora publica con Olé Libros el poemario La voz humilde en el brillo del agua en 2026 en la colección Ites de poesía, con curiosos dibujos de interior y portada de Anxo Pastor.

    La poeta colombiana Catalina Garcés escribe en la contracubierta: «La contemplación es la paz del paisaje. En la calma del que observa sin mayor pretensión que el sentir la vida plenamente, está el secreto: ese placer que parece vedado para nuestras vidas modernas y que es el ejercicio al que nos invita estos poemas. Dios habla en el silencio de la mente quieta, es una de las máximas de todas las corrientes espirituales orientales y quizás, sin querer o tal vez con plena conciencia, Kepa Murua nos lo reafirma. Solo en silencio y en la conexión con la vida se puede comprender el mundo y sus oscuridades, la vida y su luz, el hombre y sus tinieblas, el alma humana y su grandeza. Así pues, es hora de leer y descansar, de escuchar las palabras en la verdadera profundidad de su significado, es hora de buscar el poema que no hace sufrir, pero que sí nos despierta, en esa voz humilde que siempre tiene preguntas».

    Una poesía sencilla y sincera en la perfecta alegría, que brilla con voz trémula, como una vela encendida en la oscuridad: temor y temblor. Me ha gustado mucho este nuevo poemario de Kepa Murua, al igual que las ilustraciones enraizadas en los poemas. Podemos decir que la voz humilde del poeta ve sus sueños realizados: <<La flor humilde/ en el brillo del agua:/ cambia su color/ y los sueños se realizan>> . Si bien esta su poesía, la de Murua es la voz de los perdedores que se levantan. En definitiva, un poemario inteligente que conmueve, con ecos de un franciscanismo justo y necesario: <<el cambio no solo era necesario/ sino inevitable para sanar de golpe>>. No solo es inteligencia emocional, va más allá a una ecología emocional: <<Tarde tanto en descifrar su significado,/ en entender el juego de la vida,/ los signos en la pared invisible,/ que, cuando lo hice supe/ que el tiempo es necesario/ para dar con la unidad divina>>. Un poemario justo y necesario para contemplar el rielar de la poesía en la sociedad de hoy.  

    Enrique Villagrasa

    ***

    Sinopsis/ Por: Catalina Garcés 

    LA VOZ HUMILDE DE LA POESÍA EN KEPA MURUA

    La contemplación es la paz del paisaje. En la calma del que observa sin mayor pretensión que el sentir la vida plenamente, está el secreto: ese placer que parece vedado para nuestras vidas modernas y que es el ejercicio al que nos invitan estos poemas. Dios habla en el silencio de la mente quieta, es una de las máximas de todas las corrientes espirituales orientales y quizás, sin querer o tal vez con plena conciencia, Kepa Murua nos lo reafirma.

    Solo en silencio y en la conexión con la vida se puede comprender el mundo y sus oscuridades, la vida y su luz, el hombre y sus tinieblas, el alma humana y su grandeza. Así pues, es hora de leer y descansar, de escuchar las palabras en la verdadera profundidad de su significado, es hora de buscar el poema que no hace sufrir pero que sí nos despierta, en esa voz humilde que siempre tiene preguntas.

    ***

  • POR: DON CELLINI/ ESTADOS UNIDOS/ EDICIÓN BILINGÜE ESPAÑOL – INGLÉS/ MARIELA CORDERO/ VENEZUELA/ LA CASA QUE SOY

    Tres Poemas de Mariela Cordero

    Traducción al inglés por Don Cellini

    1.-

    Arena

    Esta aproximación

    me prolonga

    me expande

    hasta aniquilar la identidad

    los signos heredados

    se tornan elásticos

    se tensan

    se rompen

    adviene el estallido.

    Ahora soy

    arena desparramada

    en el mapa

    de tu cuerpo.

    *

    Sand

    This approach

    stretches me

    to the point where

    my identity

    dissolves—

    signs strain,

    snap,

    and finally erupt.

    Now I am

    sand scattered

    on the map

    of your body.

    2.-

    Oración

    Seamos una oración

    en el templo

    mezclada entre tantas

    que se elevan

    en el humo del incienso.

    Mas que

    ofrenda pasajera

    como flor,

    Seamos la oración

    que quema

    en la boca.

    *

    Prayer

    Let us be a prayer

    in the temple,

    mingled among so many others

    that rise

    in the smoke of incense.

    More than

    a fleeting offering

    like a flower,

    let us be the prayer

    that burns

    in the mouth.

    3.-

    Sigues siendo mar

    En el sitio donde

    escondí la vergüenza

    en el lugar

    para contemplar la agonía

    ahí

    te quieren tierra

    pero sigues siendo

    mar.

    *

    You are Still Sea

    In the place where

    I hid my shame

    in the place

    I contemplate agony

    there

    they want you to be land

    but you are still

    sea.

    ***

     

  • POR: HEBE MUÑOZ/ ITALIA/ EDICIÓN BILINGÜE ESPAÑOL – ITALIANO/ FERNANDO LABORDETA BLANCO/ ESPAÑA/ LA CASA QUE SOY

    1.-

    En la balsa de la medusa te espero, haciendo volar un pañuelo rojo para que me encuentres… ven rápido, te espero, aquí nadie achica el agua, y el sol perfora mis pupilas… tengo hambre, sed de tierra… y un recoveco entre los brazos para que duerma el miedo.

    (Del libro Música de fondo)

    *

    Sulla zattera della medusa ti aspetto, facendo volare un fazzoletto rosso perché mi trovi… vieni presto, ti aspetto, qui nessuno svuota l’acqua, e il sole mi trafigge le pupille… Ho fame, sete di terra… e ho un angolo tra le braccia perché dorma la paura.

    (Dal libro Musica di sottofondo)

    2.-

    bosque silencioso

    En el secreto, donde se forja la fuente que procura amor, donde los árboles crecen para oscurecer la fértil tierra con sus brazos, escondes, en el camino del fango, sus restos, sus perfiles… ¿qué has hecho de los hombres , que ya no suben a jugar a tus ramas?

    (Del libro El vientre de las nubes)

    *

    Bosco Silenzioso

    Nel segreto, dove si forgia la fonte che dona l’amore, dove gli alberi crescono per oscurare la terra fertile con le loro braccia, nascondi, nel sentiero di fango, i loro resti, i loro contorni… cosa hai fatto degli uomini, che non sanno più giocare ai tuoi rami?

    (Dal libro Il ventre delle nuvole)

    3.-

    Si para escribir he de mirar, prefiero cerrar los ojos y poetizar con el drama de mis vísceras.

    (Del libro Cuaderno en sucio )

    *

    Se per scrivere devo guardare, preferisco chiudere gli occhi e poetizzare con il dramma delle mie viscere.

    (Dal libro Quaderno in bozza)

    4.-

    Tuvimos que quitarle del rostro un centenar de máscaras para poder conocer al hombre… detrás de todas aquellas capas descubrimos tan solo un latido, una mera referencia del ser asustado.

    (Del libro Lenguaje teatral)

    *

    Abbiamo dovuto toglierle dal volto un centinaio di maschere per conoscere all’uomo… dietro tutti quegli strati, scoprimmo soltanto un battito cardiaco, un mero riferimento dell’essere spaventato.

    (Dal libro Linguaggio Teatrale)

    ***

     

  • POR: HEBE MUÑOZ/ ITALIA/ EDICIÓN BILINGÜE ESPAÑOL – ITALIANO/ HUGO PATUTO/ ARGENTINA/ LA CASA QUE SOY

    1.-

    CADENCIA

    Busco en los telares de tu ropa

    una cadencia,

    el peso ingrávido y felino

    que maneja la voz, ahora, dulce

    como ensayo del ave.

    *

    CADENZA

    Cerco nei telai dei tuoi vestiti

    una cadenza,

    il peso ingravido e felino

    che guida la voce, ora, dolce

    come saggio d’ uccello.

    2.-

    POCILLOS

    Ahì quedan los ojos,

    cerca del remolino

    que alimenta la mirada de los pocillos

    en tanto crece, como dàdiva del sueño,

    tu boca

    para nombrar eso que el mundo no pide.

    *

    COPPE

    Lì restano gli occhi,

    vicino al vortice

    che alimenta lo sguardo delle coppe

    intanto cresce, come un dono del sonno,

    la tua bocca

    per nominare quello che il mondo non chiede.

    3.-

    LIMITE

    Sobre la huella del taciturno

    arroja un bosque mil sonidos

    que parecen tocar ese lìmite

    inmerso en el poema.

    *

    LIMITI 

    Sulle orme del taciturno getta, 

    un bosco proietta mille suoni 

    che sembrano toccare quel limite 

    immerso nel poema.

    **

    (de “ALGO TENEMOS CON LA LLUVIA”, POEMANIA Colectivo Editor Latinoamericano, San Nicolàs, 2016).

    *

    (da “ABBIAMO QUALCOSA CON LA PIOGGIA”, POEMANIA Colectivo Editor Latinoamericano, San Nicolás, 2016).

    ***

Diseña un sitio como este con WordPress.com
Comenzar